ἱσχύω

ἱσχύω иметь силу; быть в состоянии

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἱσχύω" в других словарях:

  • ισχύω — ισχύω, ίσχυσα βλ. πίν. 5 Σημειώσεις: ισχύω : εύχρηστη η λόγια μτχ. ενεστώτα ισχύων, ουσα, ον …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἰσχύω — ἰσχύ̱ω , ἰσχύω to be strong pres subj act 1st sg ἰσχύ̱ω , ἰσχύω to be strong pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισχύω — (ΑΜ ἰσχύω) [ισχύς] 1. είμαι ισχυρός, ασκώ επιρροή, επιδρώ («ισχύει η ικανότητα και όχι τα πολιτικά μέσα») 2. έχω νομικό κύρος («η διάταξη δεν ισχύει πλέον») 3. είμαι σε εφαρμογή («το εισιτήριο σας έληξε, δεν ισχύει πια») (νεοελλ. μσν.) έχω τη… …   Dictionary of Greek

  • ισχύω — [исхио] р. быть сильным, иметь силу, влияние …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ισχύω — ίσχυσα 1. έχω ισχύ, επιρροή, επιβολή: Δεν ισχύουν οι παρακλήσεις μου. 2. έχω νομικό κύρος ή εφαρμογή, έχω πέραση: Δεν ισχύουν ορισμένες διατάξεις του συντάγματος. – Δεν ισχύει αυτή η άδεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσχῦον — ἰσχύω to be strong pres part act masc voc sg ἰσχύω to be strong pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχῦσαι — ἰσχύω to be strong aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχῦσαν — ἰσχύω to be strong aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύοντ' — ἰσχύ̱οντα , ἰσχύω to be strong pres part act neut nom/voc/acc pl ἰσχύ̱οντα , ἰσχύω to be strong pres part act masc acc sg ἰσχύ̱οντι , ἰσχύω to be strong pres part act masc/neut dat sg ἰσχύ̱οντι , ἰσχύω to be strong pres ind act 3rd pl (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνίσχυον — ἀνί̱σχῡον , ἀνά ἰσχύω to be strong imperf ind act 3rd pl ἀνί̱σχῡον , ἀνά ἰσχύω to be strong imperf ind act 1st sg ἀνίσχῡον , ἀνά ἰσχύω to be strong imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀνίσχῡον , ἀνά ἰσχύω to be strong imperf ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνισχύσω — ἐνῑσχύ̱σω , ἐν ἰσχύω to be strong aor ind mid 2nd sg ἐνισχύ̱σω , ἐν ἰσχύω to be strong aor subj act 1st sg ἐνισχύ̱σω , ἐν ἰσχύω to be strong fut ind act 1st sg ἐνισχύ̱σω , ἐν ἰσχύω to be strong aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.